728x90 AdSpace

  • ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

    Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

    Από τις «Θύμησες του Λούη»-Γράφει ο Λούης Λάμπρου

    17/03/2020
    Πολυαγαπημένοι μου φίλοι καλησπέρα σας!!
    Πριν πάρω την απόφαση, να γράψω το αποψινό διήγημά μου, προβληματίστηκα πάρα πολύ δεδομένης της σημερινής κατάστασης που βρισκόμαστε –και τι κατάσταση τρομερή και
    φοβερή - σκέφτηκα αν πρέπει να σας απασχολήσω με καταστάσεις που συνέβησαν πριν από πολλά χρόνια (ευτυχισμένα μπροστά στα σημερινά).
    Πήρα αφορμή να γράψω το αποψινό αφήγημά μου, βλέποντας το σύνηθες σήμερα, δηλαδή η νεολαία αλλά και οι μεγαλύτεροι (ακόμα και όπως εγώ) να κρατάμε στο χέρι σαν προέκταση πλέον του χεριού μας, ένα κινητό τηλέφωνο, το οποίο μας φέρνει σε επικοινωνία και οπτική επαφή με όλο τον κόσμο. Αλλά ταυτόχρονα συνδυάζει και χίλιες άλλες λειτουργίες που δεν μπορώ να σας περιγράψω.
    Πιστέψτε με, τα εννέα δέκατα του αιώνα που έχω ζήσει (92) και τι δεν έχω αντιμετωπίσει στο διάστημα αυτό!! Παγκοσμίους πολέμους, εμφυλίους, κατοχή, πείνα (και των γονέων), δικτατορίες, πληθωρισμούς και τώρα τελευταία αυτή την φοβερή οικονομική κρίση με τα επακόλουθά της, και πόσα άλλα δεν μου έρχονται στο μυαλό μου αυτή την στιγμή. Όλα αυτά ωχριούν να μην πω μηδενίζονται μπροστά σε αυτό το τσουνάμι, τι λέω τσουνάμι; Τυφώνας που δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα δουν τα μάτια μου, είναι το πιο φοβερό και τρομερό από όλα όσα προανέφερα.
    Αφού μακρηγόρησα αρκετά, θεώρησα, ότι αν γράψω για τα παλιά ίσως φαιδρύνω την κατάσταση και απαλύνω λίγο το ζόφο της τρομερής πραγματικότητας που ζούμε.
    Σημερινό μου θέμα, είναι η επικοινωνία από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου. Και για να μάθουν οι νεότεροι από τι δυσκολότατες καταστάσεις περάσαμε για να φτάσουμε στην σημερινή ευδαιμονία.
    Τότε προπολεμικά και μετά την κατοχή (κατά την διάρκεια της οποίας δεν υπήρχε καμία επικοινωνία) υπήρχαν τρεις τρόποι επικοινωνίας, ταχυδρομική αλληλογραφία, τηλέγραφος και τα τηλέφωνα για αυτό και τότε η υπηρεσία αυτή λεγόταν τα τρία Τ (τηλεφωνία τηλεγραφία ταχυδρομεία).
    Η αλληλογραφία, παρόλο που οι συνθήκες μετακίνησης ήταν δράμα, γράμμα δεν χανόταν, έφταναν στον προορισμό τους οπωσδήποτε. Ο γραφικός ταχυδρόμος με την στολή, την ξέχειλη τσάντα του και τα γράμματά του κάθε απόγευμα έκανε διανομή στην πόλη του Ναυπλίου. Στα δε χωριά πηγαινε με το υπηρεσιακο ποδηλατο. Καθως εμπαινε οι κατοικοι άκουγαν την χαρακτηριστικη καραμούζα του που έβγαζε ένα οξύ ήχο (αλλα γλυκο) και έτρεχαν να τον συναντήσουν να πάρουν το γράμμα τους. Περιττό να πω, ότι ο ταχυδρόμος, δεν κοίταζε την διεύθυνση του παραλήπτη, καθότι το μικρό Ναύπλιο ήταν έως το δικαστικό μέγαρο, ήξερε ποιος παίρνει γράμμα και πότε και το μοίραζε σε όλους με το χαμόγελο. Αν καμιά φορά δεν υπήρχε σωστή διεύθυνση ή μη ευκρινής, (αυτό δεν συνέβαινε βέβαια στο Ναύπλιο αλλά στις μεγάλες πόλεις) μαζεύονταν όλοι οι ταχυδρομικοί διανομείς, κατά τακτά διαστήματα και διάβαζαν το όνομα του παραλήπτη, με την ελπίδα μήπως κάποιος από τους διανομείς ήξερε τον παραλήπτη. Με λίγα λόγια βλέπουμε ότι γίνονταν φιλότιμες προσπάθειες για να μην χαθεί καμία επιστολή.
    Αυτά όσον αφορά τα ταχυδρομεία. Τώρα θα αναφερθώ στην Τηλεγραφία και την Τηλεφωνία.
    Τηλέφωνα στο Ναύπλιο, από προπολεμικά, έως και την δεκαετία του 50, υπήρχαν μόνο 100. Μην πάει το μυαλό σας σε τηλέφωνα όπως είναι σήμερα, τότε υπήρχαν τα «καβουρντιστήρια» σε μεγάλες βιομηχανίες, δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς. Η τηλεφωνήτρια δεν περίμενε να ακούσει νούμερα, έλεγες με ποιον θέλεις να επικοινωνήσεις και σε σύνδεε αμέσως με το όνομα.
    Μεταξύ των τυχερών που είχαν τηλέφωνο και στο σπίτι μάλιστα, ήταν και ο Μιχαήλ Λάμπρου, ο πατέρας μου δηλαδή και μάλιστα θυμάμαι τα νούμερα, που ισχύουν έως σήμερα ως αρχικά (το 273-35 για το μαγαζί και το273-90 για το σπίτι ). Και μην νομίζετε ότι έγινε καμία χάρη στον πατέρα μου αλλά υπήρχε ένας νόμος της τότε κυβερνήσεως όπου ανέφερε ότι οι εκδότες τοπικών εφημερίδων, μπορούν να έχουν τηλέφωνα και στο σπίτι τους. Ο πατέρας μου ως εκδότης μιας εκ των δύο εβδομαδιαίων εφημερίδων της «ΝΑΥΠΛΙΑΚΗΣ ΗΧΟΣ», (και η άλλη το «ΣΥΝΤΑΓΜΑ») επωφελήθηκε του νόμου. Αυτά δια τους προνομιούχους κατέχοντες τα τηλέφωνα. Ο υπόλοιπος κοσμάκης που ήθελε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά, έπρεπε να πάει στο τηλεγραφείο. Το τηλεγραφείο μαζί με το ταχυδρομείο, ήταν στην Πλατεία Συντάγματος, εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Γιώργου του Γιαννόπουλου (μεσοτοιχία με την οικία του Μελισσηνού). Κάτω ήταν τα ταχυδρομεία και στο πρώτο όροφο ήταν η τηλεφωνεία και η τηλεγραφεία. Οπότε ανέβαινε ο κόσμος τα σκαλιά έβγαινε σε ένα διάδρομο και δεξιά ήταν τα δύο μεγάλα δωμάτια όπου και ξεροστάλιαζε να περιμένει, ώσπου να έρθει η σειρά του να μιλήσει (από τους δύο τηλεφωνικούς θαλάμους που υπήρχαν) από την μοναδική γραμμή με την Αθήνα, γιατί όλα γινόταν μέσω Αθηνών, απευθείας γραμμή με τις άλλες πόλεις δεν υπήρχε. Μην νομίσετε ότι ήταν εύκολη η επικοινωνία έπρεπε να κάτσεις με τις ώρες ώσπου να πιάσεις γραμμή με το κέντρο και να σε συνδέσει με τον αριθμό που ήθελες, ένα βάσανο σκέτο!! Για εμάς τους προνομιούχους, που είχαμε τηλέφωνα, μην νομίσετε ότι είμαστε σε καλύτερη θέση, αφού με τα καβουρντιστήρια μας, μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε, μόνο μέσα στο Ναύπλιο. Για υπεραστικά έπρεπε να περιμένουμε να μας συνδέσει το κέντρο όταν ερχόταν η σειρά μας. Το μόνο πλεονέκτημά μας ήραν ότι δεν ξεροσταλιάζαμε έξω από το κέντρο.
    Στον διάδρομο λοιπόν του πρώτου ορόφου, γινόταν σκηνές απείρου κάλους. Λόγω της πολύωρης αναμονής τα νεύρα έφταναν στο ζενίθ. Αν κάποιος «μπαΐλντιζε» από την αναμονή και έλεγε τη λέξη επείγον ή υπέρ επείγον, πέρναγε πρώτος και είχε σαν αποτέλεσμα να πληρώσει το τηλέφωνο εις διπλούν ή τριπλούν. Οι υπόλοιποι βέβαια που έμεναν πίσω και καθυστερούσαν, μόνο που δεν έπεφταν να τον φάνε. Υπόψιν ότι η γραμμή με την Αθήνα, μέσω Άργους μετά την απελευθέρωση ήταν ενιαία και για τις δύο πόλεις Ναύπλιο-Άργος με αποτέλεσμα κάθε μία ώρα να αλλάζει ο κάτοχος της πόλης και να γίνεται ένας καβγάς μεταξύ των τηλεφωνητών των δύο πόλεων, να φωνάζουν οι μεν στους δε «γιατί μου έκοψες τη γραμμή»; Και άλλα πολλά που εξελισσόταν σε σκηνές που τώρα θα μας φαίνονταν αστείες. Θα ήθελα να γράψω και άλλα ευτράπελα (αν και δεν ήταν ευτράπελα, αλλά ταλαιπωρία) για αυτού του είδους την επικοινωνία, αλλά θα σταματήσω εδώ για να σας πω για την τηλεγραφία.
    Τότε ήταν η βασιλεία των τηλεγραφημάτων. Καθότι τα τηλέφωνα –όχι στο Ναύπλιο, αλλά και σε όλη την Ελλάδα- ήταν ελάχιστα. Ο κόσμος πάλι ανέβαινε στον πρώτο όροφο, εκεί στην θυρίδα μπροστά από τον τηλεφωνητή, υπήρχαν κάτι προτυπωμένα μπλοκάκια, και ο κόσμος έγραφε στο επάνω μέρος τον αποδέκτη, πιο κάτω είχε τρεις τέσσερες σειρές και εκεί έγραφε το κείμενο που ήθελε και πιο κάτω έγραφε την διεύθυνση του αποστολέα, (αυτά για τους εγγράμματους, για τους αγράμματους που ήταν το 90% των ατόμων το συμπλήρωνε ο τηλεφωνητής). Τα χαρτιά κατόπιν τα έπαιρνε ο τηλεγραφητής, μετρούσε τις λέξεις και την απόσταση του τηλεγραφήματος, και σου έκοβε το «κοστούμι». Στην συνέχεια ο τηλεγραφητής το έδινε στο χειριστή να το στείλει με τον τηλέγραφο, ο οποίος τηλέγραφος μετέδιδε την αλληλογραφία με σήματα μορς. Πλήρωνες έπαιρνες την απόδειξη και έφευγες. Εκεί δεν είχε συνωστισμό, γιατί το έγραφες έφευγες και το μετέδιδε ο χειριστής με την ησυχία του. Ένα παράδειγμα που αφορά τηλεγράφημα που συμπλήρωσε ο τηλεγραφητής, γιατί ο αποστολέας ήταν μικρός και δεν ήξερε γράμματα, ήταν το παρακάτω. Όταν ο πατέρας μου ήταν μικρός και ήταν ακόμη στις Σπέτσες, γέννησε η μητέρα του και έκανε το τρίτο παιδί (αδελφό του πατέρα μου), τον έστειλαν λοιπόν να τηλεγραφήσει στον πατέρα του και παππού μου που ήταν στρατιώτης να του πουν ότι γέννησε η γυναίκα του. Όταν λοιπόν τον ρώτησε ο τηλεγραφητής τι να γράψει; Του είπε να γράψει ότι γέννησε η μαμά και έκανε παιδί. Ο τηλεγραφητής τον ρώτησε τι παιδί έκανε; Ο πατέρας μου θύμωσε και του είπε «παιδί σου λέω»!! ναι αλλά τι παιδί ρε του λέει ο τηλεγραφητής και ο πατέρας μου ακόμη πιο θυμωμένος είπε «παιδί»!!! Εννοούσε αγόρι βέβαια γιατί τα κορίτσια δεν ήταν «παιδιά» για όλη την κοινωνία τότε.
    Εδώ να συμπληρώσω και κάτι ακόμη για την τηλεφωνία. Εκτός από τις απευθείας κλήσεις που καλούσαμε με το νούμερο τάδε, σε όσους δεν είχαν τηλέφωνα και ήθελαν να μιλήσουν με δικούς τους ανθρώπους υπήρχε το σύστημα της πρόσκλησης. Δηλαδή, πήγαινες την προηγούμενη, έγραφες την διεύθυνση και το όνομα του καλούντος και όριζες ώρα να μιλήσετε την επόμενη ημέρα. Μην νομίσετε όμως ότι και την επόμενη μιλούσαμε ακριβώς την ώρα που όριζες. Υπήρχε περιπτώσεις που την ώρα εκείνη να υπάρχει κορεσμός στην γραμμή από πιο επείγοντα περιστατικά και άλλα, με αποτέλεσμα να ξεροσταλιάζεις πάλι εκεί στον πρώτο όροφο μαζί με τους άλλους. Βέβαια μετά την απελευθέρωση άρχισαν κάπως να βελτιώνονται τα πράγματα, έγιναν περισσότερες γραμμές …αλλά η ταλαιπωρία,  ταλαιπωρία.
    Τέλος της δεκαετίας του 50, ήταν στο Ναύπλιο διευθυντής των τριών ΤΤΤ (δεν θυμάμαι το όνομά του) ένας δραστήριος άνθρωπος. Αυτός έμαθε ότι θα επεκταθεί και στις επαρχίες το αυτόματο τηλεφωνικό δίκτυο, αλλά έπρεπε να γίνουν αιτήσεις πρώτα (300 και πάνω αν θυμάμαι). Βγήκε λοιπόν αυτός παγανιά στα μαγαζιά έλεγε σε όλους και τους παρακαλούσε «ελάτε να κάνετε αιτήσεις να συμπληρώσουμε τον αριθμό, για να μπουν και εδώ αυτόματα τηλέφωνα», εξηγούσε δε και ότι η αίτηση ήταν χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση και δέσμευση. Κανένας όμως δεν πήγαινε να κάνει όμως, το απέφευγαν γιατί βλακωδώς κυκλοφορούσαν διάφορες θεωρίες ότι θα χρεωθούν, θα δεσμευτούν κ.λ.π (Για να καταλάβετε δηλαδή την νοοτροπία της εποχής εκείνης). Τότε θυμάμαι ότι αυτός περαστικός από το κατάστημα του πατέρα μου του είπε «είναι δυνατό να μην κάνουν αιτήσεις να πάρουμε αυτόματα τηλέφωνα να εξευρωπαϊστούμε»; ως συνήθως ο «κουμπωμένος» για όλα έλληνας όπως πάντα. Αυτός λοιπόν συνέχισε μόνος του την προσπάθεια και σιγά-σιγά επιτέλους μαζεύτηκαν οι 300 αιτήσεις και εστάλησαν στην Αθήνα. Με τα πολλά και μετά και από δημοσιεύματα στις εφημερίδες τις τοπικές και ενέργειες Ναυπλιέων που έμεναν στην Αθήνα, μεγάλο παραγόντων της κρατικής κρατική μηχανή και των τριών ΤΤΤ (που νομίζω τότε είχε ονομαστεί σε ΟΤΕ) εγκρίθηκε επιτέλους να γίνει αυτόματο κέντρο στην πόλη του Ναυπλίου. Γρήγορα ήρθε εργολάβος και άρχισε το σκάψιμο για υπόγειες γραμμές.
    Το τι συνέβη μετέπειτα και τι σκαμπρόζικα περιστατικά ακολούθησαν, πιστεύω με την δύναμη της τεχνολογίας, να μπορέσω να σας τα γράψω σε σύντομο διάστημα, θεού θέλοντος και κορωναϊού επιτρέποντος.
    Σας καληνυχτίζω
    Με πολύ αγάπη
    Λούης Λάμπρου

    • Blogger Comments
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Από τις «Θύμησες του Λούη»-Γράφει ο Λούης Λάμπρου Rating: 5 Reviewed By: Γιώργος Αργυριου
    Scroll to Top