Εφημερεύοντα

Εφημερεύοντα Νοσοκομεία ΑΡΓΟΛΙΔΑ

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Περί παιδείας. Γράφει η Μαρίνα Κούτση

Στη χώρα όπου ο Καποδίστριας χαρακτηρίστηκε «φωτοσβέστης», στη χώρα που μετανιώνει αιώνες τώρα για την καταδίκη του Σωκράτη, που δώρισε το αλφάβητο στο δυτικό κόσμο, στον τόπο όπου εγένετο η φιλοσοφία, το θέατρο, η ρητορική, η ποίηση, το πλέον πολύπαθο σώμα είναι αυτό της παιδείας. Ζήτημα αμφιλεγόμενο, ακανθώδες και λαμπρό πεδίο υποκρισίας. Επί δεκαετίες αυτό το σώμα παραδίδεται συστηματικά στα πιο αδιάφορα χέρια, στα νεκρά
πνεύματα  ακατάλληλων πολιτικών προϊσταμένων, χωρίς όραμα, χωρίς πάθος, χωρίς «έρωτα». Ο νέος υπουργός –κατά την ταπεινή μας άποψη- καλείται να αντιμετωπίσει ένα κυκεώνα προβλημάτων διαφορετικής φύσεως το καθένα χωρίς να έχει ιδέα από τις ανάγκες της παιδείας μας.
Αν υποφέρουμε τώρα, ως ένα βαθμό οφείλεται στα προβλήματα παιδείας τα οποία έχουν σωρευτεί και χρονίζουν, χωρίς ποτέ κανείς να δώσει τη δέουσα προσοχή σ’ αυτόν τον τομέα, απ’ τον οποίο εξαρτάται το μέλλον και η ποιότητα ζωής μιας κοινωνίας.
Ας ξεκινήσουμε απ’ αυτό που –κατά την άποψή μου- είναι η αρχή του κακού: τα δομικά προβλήματα. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ο τρόπος κατανομής των επιτυχόντων υποψηφίων στις σχολές είναι τραγικός. Ως παράδειγμα θ’ αναφέρω το γεγονός ότι οι παιδαγωγικές σχολές αποτελούν ένα είδος «ιζήματος» , στο οποίο συγκρατούνται όσοι απέτυχαν να εισαχθούν σε άλλες σχολές με υψηλότερες βάσεις από όλες τις κατευθύνσεις-πεδία ή όπως αλλιώς κατά καιρούς ονομάζονται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αποφοιτούν και να μπαίνουν στις τάξεις άνθρωποι που δεν επέλεξαν το επάγγελμά τους, την ίδια ώρα που κάποιοι άλλοι με πολλή όρεξη για την ίδια εργασία έμειναν έξω από τη σχολή αυτή για λίγα μόρια. Δεν υπάρχει πιο απογοητευτική εικόνα για το μικρό μαθητή από εκείνη του βαριεστημένου δασκάλου. Ένα μέρος λοιπόν των διδασκόντων στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκεται εκεί λόγω συγκυρίας και όχι από επιλογή. Μας λείπουν οι εμπνευσμένοι δάσκαλοι, αυτοί με τη συγχωρητική αυστηρότητα, με το ενθαρρυντικό χαμόγελο.
Έπειτα η δημιουργία τμημάτων  και σχολών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επί δεκαετίες γινόταν με γνώμονα τα αιτήματα και τις σκοπιμότητες άγρας ψήφων από τους κατά τόπους βουλευτές. Η εξαπάτηση των γονιών αλλά και των μαθητών με την παροχή ενός πτυχίου χωρίς αντίκρισμα δεν είχε καμιά σημασία, αρκεί στην προεκλογική ομιλία να αναφερόταν ότι «ιδρύσαμε….. αυξήσαμε….», πρακτικώς το τίποτε. Ακόμα μερικοί άνεργοι πτυχιούχοι στην αγορά εργασίας. Ακόμα μερικές ουτοπικές προσδοκίες και διαψεύσεις.
Ο τρόπος διορισμού των εκπαιδευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι ένας ακόμη γόρδιος δεσμός. Απόφοιτοι σχολών που δεν έχουν διδαχθεί καμιά φορά αρχαία ελληνικά ή λατινικά καλούνται να τα διδάξουν και μάλιστα στην τελευταία τάξη του λυκείου, με πενιχρά αποτελέσματα. Απόφοιτοι μαθηματικών σχολών ή σχολών πολιτικών επιστημών καλούνται να διδάξουν γεωγραφία ή βιολογία για να «συμπληρώσουν ώρες». Η διδακτική και γνωστική ανεπάρκεια του διδάσκοντος  οδηγεί σε μια εχθρική στάση προς τους μαθητές και στη στρέβλωση της διδακτικής διαδικασίας. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι χάνεται η ευκαιρία να μεταδοθεί αγάπη για τη γνώση, την όποια γνώση. Είναι αδιανόητο να χωρίζουμε τη γνώση σε «καλή» και «κακή».
Η αθρόα εισαγωγή υποψηφίων στις σχολές έχει επίσης προκαλέσει πολλά προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι το πτυχίο πλέον δεν αμείβεται όπως θα έπρεπε. Οι νεοπροσλαμβανόμενοι εκπαιδευτικοί λαμβάνουν μισθούς πείνας κυριολεκτικά και τους χωρίζει μισθολογικό χάος με τους παλαιότερους συναδέλφους τους. Αν  προσθέσουμε  τη  συστηματική υποτίμηση της τεχνολογικής εκπαίδευσης, την απροθυμία των κυβερνήσεων να εξετάσουν πραγματικά το πρόβλημα της σύνδεσης της εργασίας με την παραγωγή και την αδυναμία να ειπωθεί η αλήθεια για τις ανάγκες αυτές έχουμε το θλιβερό αποτέλεσμα μιας αντιπαραγωγικής παιδείας, η οποία αρέσκεται στο όνειρο της γνώσης «πολυτελείας» κι αφήνει απροστάτευτα τα παιδιά της που θα αποτελέσουν τον παραγωγικό ιστό της επόμενης μέρας. Το κράτος αρνείται επί δεκαετίες να πει την αλήθεια και βαυκαλίζει όλους τους υποψηφίους με την υπόσχεση του διορισμού στο δημόσιο τομέα. Όταν αυτός ξεπέρασε κάθε όριο κορεσμού εφηύρε το ΑΣΕΠ. Αυτοακύρωσε το πτυχίο που το ίδιο παρέχει στους σπουδαστές, κήρυξε έναν βλακώδη διαγωνισμό αποστήθισης και άφησε και πάλι στην τύχη του τόσο τον εκπαιδευτικό όσο και τον εκπαιδευόμενο. Από την επιτυχία στους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ και μετά τι; Πώς ο εκπαιδευτικός θα ανταποκριθεί στο παιδαγωγικό του έργο; Τι πρόσβαση έχει στην πανεπιστημιακή κοινότητα; Πώς θα ενημερώνεται; Καμιά φροντίδα. Περιορίστε την ανεξέλεγκτη πρόσβαση και τότε θα δείτε ανθρώπους αφοσιωμένους στο έργο τους, ανθρώπους που θα αυτοαξιολογούνται και θα αυτοελέγχονται. Εκείνος που αγαπά το έργο του σέβεται και τον εαυτό του και το μαθητή του.
Αν μιλήσουμε δε για την αντίληψη περί παιδείας, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα. Αναλογιστείτε ότι έχουμε ένα δημόσιο σχολείο το οποίο δεν είναι σε θέση να παρέχει το επαρκές και σεβαστό πτυχίο επάρκειας σε μια βασική ξένη γλώσσα, πράγμα που είναι δεδομένο για τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Κατά πώς φαίνεται όταν είναι να ψηφίσουμε για τη φτώχια κοιταζόμαστε στον καθρέφτη και διαπιστώνουμε μεγάλη ανάπτυξη! Όταν όμως έρχεται η ώρα να μορφώσουμε τα παιδιά μας, η ανάπτυξη έχει χαθεί ως δια μαγείας. Η ελληνική οικογένεια δαπανά περιουσίες ολόκληρες για την κατοχύρωση μιας τέτοιας επάρκειας.  Παρά ταύτα, υποτίθεται ότι παρέχεται η δυνατότητα και για δεύτερη γλώσσα!  Όμως δεν υπάρχει σχολικό βιβλίο για καμιά από τις γλώσσες αυτές.
Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης είναι επίσης μια τραγική ιστορία αντίληψης της παιδείας. Βαθμολογούνται μαθήματα όπως τα θρησκευτικά. Δηλαδή τι ακριβώς αξιολογείται; Στη διδασκαλία αυτού του μαθήματος δεν έχουμε δει ούτε τη μετάφραση ενός ευαγγελίου! Και τώρα, σε μια επίδειξη ηλίθιας επαναστατικότητας καταργούνται με διατάγματα. Η θρησκευτικότητα ούτε βαθμολογείται, ούτε καταργείται με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Και το δηλώνει αυτό η υπογράφουσα που έχει τη χειρότερη φήμη περί θρησκευτικού αισθήματος. Απουσιάζουν μαθήματα και ώρες που θα καθιστούσαν τη γνώση λειτουργική. Τα παιδιά μας δεν έχουν ιδέα από πρώτες βοήθειες, από αυτοπροστασία σε θέματα υγιεινής,  από ορθή αντίδραση σε ακραία καιρικά φαινόμενα, από την ορολογία της σύγχρονης οικονομίας. Παρακολουθούμε ειδήσεις στη διατύπωση των οποίων οι δημοσιογράφοι κάνουν επίδειξη ορολογίας την οποία πολύ λίγοι από τους πολίτες αντιλαμβάνονται. Υπάρχουν σχολικά εγχειρίδια που δεν έχουν αλλάξει εδώ και εικοσιπέντε χρόνια.
Προσθέστε τώρα τις αδυναμίες χρηματοδότησης, τον πλημμελή έλεγχο των οικονομικών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση –θα θυμάστε το σκάνδαλο στο Πάντειο πανεπιστήμιο-, την οικογενειοκρατία –σας θυμίζω το εξαιρετικά ενδιαφέρον ρεπορτάζ του Κώστα Βαξεβάνη για τις συζύγους των συζύγων και το αντίστροφο οι οποίοι αλληλοπροβιβάζονταν σε καθηγητές- , την κρίση που δυσχεραίνει όλο και περισσότερο την χρηματοδότηση όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, τα παιδιά που πεινούν, τα σχολικά κτίρια που καταρρέουν, το βλακώδες και γραφειοκρατικό σύστημα διορισμού των εκπαιδευτικών που τους στέλνει στην άλλη άκρη του κόσμου, το κράτος που σφυρίζει αδιάφορα στην έναρξη κάθε σχολικής χρονιάς για τις ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό, ενώ γνωρίζει πολύ καλά τις ανάγκες του σε προσωπικό, το άναρχο και βάρβαρο τοπίο στην ιδιωτική εκπαίδευση, τα παράνομα ιδιαίτερα μαθήματα των διορισμένων εκπαιδευτικών, το γεγονός ότι στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης όποιος θέλει μπορεί να ισχυριστεί ότι διδάσκει χωρίς να είναι υποχρεωμένος να πιστοποιήσει την ιδιότητά του, τη βαθμοθηρία, την έλλειψη επαγγελματικού προσανατολισμού και δίπλα τοποθετήστε τον κύριο Φίλη. Είναι σα να ξεκινάς ταξίδι στον Ειρηνικό με κανό και το μόνο εφόδιο που έχεις είναι το φυλαχτό που κρεμούσαν οι οδηγοί στα παλιά φορτηγά με το λογότυπο «η Παναγιά μαζί σου».  Νομίζω ότι η επιλογή του ήταν η κάκιστη. Ο ανεπαρκής του πολιτικός λόγος και η όλη του πολιτική παρουσία τον καθιστούν τραγική επιλογή.
Εύχομαι η επιλογή του κυρίου Πελεγρίνη να δώσει μια πνοή ευαισθησίας στη διαχείριση του προβλήματος, αλλά ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη. Επίσης, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο Πλάτωνας στον «Πρωταγόρα» του δια της μαιευτικής αποδεικνύει ότι η αρετή είναι διδακτή. Το μέγιστο πρόβλημα εξακολουθεί να είναι ακόμα και σήμερα το  «ποιος» θα την διδάξει. Οι διδακτικές αρετές του δασκάλου Πελεγρίνη δεν είναι εγγύηση για τις αντίστοιχες  διοικητικές του και πολύ φοβούμαι ότι θα τον καταπιεί  σύντομα η άγονη αντίληψη του πολιτικού συστήματος για την εκπαίδευση.
Εδώ θα πρέπει να τονίσω ότι υπάρχουν κι εκείνοι οι φωτισμένοι εκπαιδευτικοί, άντρες και γυναίκες, που φιλότιμα αγωνίζονται, που ακόρεστα συνεχίζουν το ταξίδι στη γνώση, που χαμογελούν αυτάρεσκα όταν οι μαθητές τους τούς ξεπερνούν, που δεν παραιτήθηκαν από το όραμα. Εκείνοι είναι ο αυτόματος πιλότος που οδηγεί το σύστημα ακόμα και δεν έχει καταρρεύσει. Κι αυτοί υπάρχουν και στην ιδιωτική και στη δημόσια εκπαίδευση.
Συνεπώς, αν θέλουμε να αλλάξουμε τα πράγματα, πρέπει να πούμε με γενναιότητα την αλήθεια στους υποψηφίους και σε κάθε πολίτη. Πρέπει να σταματήσει αυτή η ανοησία της άσκοπης μετακίνησης των εκπαιδευτικών μέσω μιας ηλεκτρονικής πλατφόρμας όπου οι ίδιοι θα μπορούν να προτείνουν και να ανταλλάσουν τη θέση τους, πρέπει να υπάρχει υποχρεωτική παρουσία στις ακριτικές περιοχές, να πάρουμε δύσκολες αλλά ρεαλιστικές αποφάσεις για τον τρόπο εισαγωγής στα ανώτερα κι ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, να αποσυνδεθεί ο φοιτητικός συνδικαλισμός από τις κρίσεις των καθηγητών, να γίνουν διαφανείς οι διαδικασίες με τις οποίες δίνονται υποτροφίες κι εξασφαλίζονται μεταπτυχιακά, να σταματήσει η βαθμοθηρία που τρέφει την άθλια αντίληψη της αξιολόγησης μέσα από ένα μέσο όρο.  Θέλουμε πάθος, όνειρο, ελευθερία στη σκέψη κι όχι αναμάσημα της ίδιας ύλης επί δεκαετίες.
Όταν η παιδεία καταφέρει να αυτονομηθεί από την κομματική σκοπιμότητα, τότε μόνον θα δούμε ν’ ανθίζουν τα άνθη του καλού.
Καλά και μακρά  ταξίδια στη γνώση.
Μαρίνα Κούτση.