Εφημερεύοντα

Εφημερεύοντα Νοσοκομεία ΑΡΓΟΛΙΔΑ

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

ΑΡΘΡΟ: Η ΠΟΛΥΠΟΘΗΤΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ

Στην Ελλάδα του 2015 , πολύς λόγος γίνεται για την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής. Η ανάπτυξη, η σταθερότητα και οι μεταρρυθμίσεις είναι λέξεις που έχουν μπει στην καθημερινότητα μας. Αν και αυτή η στροφή του λεξιλογίου προέρχεται από τις άσχημες συνθήκες που επικρατούν είναι ένα θετικό σημάδι καθώς πλέον οι πολίτες δείχνουν να έχουν καταλάβει ότι δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα.
Σ ένα διαρκές λοιπόν μεταβαλλόμενο περιβάλλον και μια παγκόσμια οικονομία που θυμίζει κινούμενη άμμο το μείζον ζήτημα σήμερα είναι η ανάπτυξη και πως αυτή επιτυγχάνεται. Ανάπτυξη που
εστιάζει στην καινοτομία και παραγωγικότητα και, συναφώς στην αναδιάρθρωση της παραγωγής, την και  στη δημιουργία θέσεων εργασίας σε όλους τους κλάδους Κάθε σχέδιο ανάπτυξης προϋποθέτει φυσικά ένα σαφές σχέδιο διανομής κι επομένως, μέτρα αναδιανομής αυτόν το σκοπό πρέπει να υπηρετούν. Αναδιανομή για την ανάπτυξη επιβάλλει μια βαθιά προοδευτική φορολογική μεταρρύθμιση, όπως άλλωστε έχουν αναγνωρίσει οι μεγαλύτερες πολιτικές δυνάμεις. Και όλα αυτά σε μια εποχή που οι καταναλωτικές συνήθειες έχουν αλλάξει άρδην και ο δανεισμός δεν επικεντρώνετε σε διακοποδάνεια αλλά σε επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Ένας δανεισμός όμως ο οποίος χάριν των φιλοδοξιών του πολιτικού συστήματος συνεχίζει να είναι πανάκριβος Το μέσο κόστος κεφαλαίου στην Ελλάδα ξεπερνά το 15 % , την ώρα που στις άλλες ανεπτυγμένες αγορές αυτό το κόστος με δυσκολία πλησιάζει το 5% . Αυτό πρακτικά σημάνει ότι κάθε ελληνικό προϊόν είναι εκ πρώιμου 10 % ακριβότερο μονάχα επειδή κάνουμε εκλογές κάθε 2 χρόνια την τελευταία δεκαετία . Αν σε αυτό προσθέσουμε το τεράστιο κόστος γραφειοκρατίας που είναι εξαιρετικά δύσκολο να ποσοστικοποιηθεί αλλά και τις πληθωρισμενες πρώτες ύλες λόγω μεσαζόντων , καταλαβαίνουμε γιατί μετά από τόσα επώδυνα μέτρα η χώρα δεν έχει ανεβεί θέσεις στον παγκόσμιο δείκτη ανταγωνιστικότητας.
Στο ζήτημα της ανάπτυξης προβάλλονται διαφορετικές αντιλήψεις, που όμως, δεν εξηγούνται ούτε τεκμηριώνονται επαρκώς. Έτσι, από τη μια μεριά, η έμφαση στον ρόλο των ιδιωτικών επενδύσεων τείνει να παραβλέψει τη σημασία σταθερών κανόνων του παιχνιδιού, ποιοτικής "διακυβέρνησης" και καλά επιλεγμένων κρατικών επενδύσεων σε υποδομές και από την άλλη, η πεποίθηση ότι το κράτος είναι η λύση, παραβλέπει τις ιστορικές εμπειρίες εδώ και αλλού. Κατά τη γνώμη μου κάθε κυβέρνηση, επιζητώντας την κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα σε κράτος και αγορά θα πρέπει να λάβει υπόψη (α) τις διεθνείς και ευρωπαϊκές εμπειρίες, (β) τον μη αμφισβητούμενο πυρήνα της εξελισσόμενης συναίνεσης στην Ευρώπη και (γ) τις ιδιαιτερότητες μιας οικονομίας, όπως η ελληνική, που είναι παγιδευμένη σε φαύλους κύκλους. Σε διαφορετική διατύπωση: το τέλος του "μνημονίου" και η έξοδος στις αγορές για δανεισμό δε σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δε βαρύνεται από σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα ούτε ότι δεν υπάρχει εξίσου μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα. Όλα αυτά πρέπει να αντιμετωπισθούν με την εφαρμογή ενός πειστικού αναπτυξιακού προγράμματος, που όμως δεν υπάρχει ή δεν έχει ανακοινωθεί.
 Το πολυπόθητο αναπτυξιακό πρόγραμμα απαιτεί μεταρρυθμίσεις. Και ενώ η χώρα αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή κρίση εξακολουθεί να μην μπορεί να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις που θεωρούνται απαραίτητες από ένα μεγάλο ποσοστό του κόσμου. Υπάρχει  τεράστια προσφορά για μεταρρύθμιση με ξένη τεχνογνωσία και με μια καλά αρθρωμένη ατζέντα που μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: «ένα μικρότερο αλλά πιο ικανό κράτος, και ένα μεγαλύτερο και πιο ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα.» Ωστόσο, η καμπύλη προσφοράς και η ζήτηση δεν τέμνονται για να έχουμε μεταρρυθμίσεις. Γιατί;
Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα, πρέπει διακρίνουμε δύο έννοιες: την επιθυμία και την ικανότητα για μεταρρύθμιση. Η «επιθυμία για μεταρρυθμίσεις» συμπεριλαμβάνει (α) το αν υπάρχει κοινωνική αποδοχή για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων και (β) αν υπάρχει ομοφωνία για το τι είδους μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν. Μια χώρα μπορεί να έχει και τα δύο, αλλά μπορεί επίσης να υπάρχει συναίνεση σχετικά με την ανάγκη για αλλαγή αλλά διαφωνία για το τι σημαίνει αλλαγή . Η εμφανής αδυναμία διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων για την εφαρμογή μέτρων που θεσπίστηκαν μπορεί να αναχθεί σε σημαντικές αδυναμίες στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Ειδικότερα, η κεντρική διοίκηση στην Ελλάδα μαστίζεται από την αναποτελεσματικών των δομών, την ανεπαρκή πρόσβαση σε πληροφορίες και την έλλειψη συντονισμού. Αυτά τα προβλήματα ήταν κατατεθέν του ελληνικού συστήματος πολύ πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, με σημαντικό κόστος για την οικονομία και κοινωνία. Το δεδομένο είναι ότι υπάρχει συμφωνία ως προς την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις στη βάση της κοινωνίας.  Υπάρχει λοιπόν μια σαφής επιθυμία για αλλαγή, αλλά δεν υπάρχει συναίνεση όσον αφορά το τι ακριβώς πρέπει να αλλάξει – ή, τουλάχιστον, όχι για το τι πρέπει να αλλάξει πρώτα. Αν όντως φταίνε οι κερδοσκόποι, οι τράπεζες και οι μεγάλες Ευρωπαϊκές χώρες για την ελληνική κατάσταση, τότε γιατί να κάνουμε θεσμικές μεταρρυθμίσεις για να βγούμε από την κρίση; Ή, αν φταίνε «οι ελληνικές κυβερνήσεις» επειδή υπάρχει διαφθορά, τότε η λύση έγκειται στην αλλαγή πολιτικής ηγεσίας και όχι στις μεταρρυθμίσεις. Άρα, ενώ υπάρχει μια σαφής απογοήτευση, δεν υπάρχει συναίνεση σχετικά με το τι ακριβώς πήγε στραβά και τι χρειάζεται άμεση αλλαγή.
Η Ελλάδα θέλει μεταρρυθμίσεις (τουλάχιστον σε γενικό επίπεδο) αλλά πάσχει από μια ανικανότητα να τις φέρει σε πέρας. Η πολιτική εξαρτάται από πολλούς πολιτικούς που λογαριάζουν εκλογικά συμφέροντα. Το ότι η πλειοψηφία θέλει κάτι δεν σημαίνει τίποτα. Οι μεταρρυθμίσεις χρειάζονται υποστηρικτές τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην κοινωνία, και χρειάζονται μια δυναμική που να είναι ικανή να υπερβεί τους αντιπάλους της. Το μεταρρυθμιστικό κίνημα στην Ελλάδα θα πρέπει να αποκτήσει τη δυναμική να αλλάξει τα κακώς κείμενα. Αυτό είναι το προοδευτικό, να απαντάς στις ανάγκες τις κοινωνίες χωρίς λαϊκισμούς αλλά με παρεμβάσεις που ανακουφίζουν το σύνολο της κοινωνίας την εκάστοτε περίοδο με βάσει τις κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές αλλαγές που συντελούνται γύρω μας. Η αλλαγή σε μακροχρόνιες πρακτικές και πεποιθήσεις καθώς και αλλαγή κουλτούρας σίγουρα θα πάρει χρόνο. Κατά τη γνώμη μου η Ελλάδα χρειάζεται μια αφήγηση που να συνδεθεί τα δύο μεγάλα ερωτήματα: γιατί η Ελλάδα κατέληξε εδώ; Τι επιλογές έχουμε από δώ και πέρα; Ας συμφωνήσουμε και ας προχωρήσουμε…

ΨΥΧΟΓΥΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ-ΛΟΓΙΣΤΗΣ
ΜΕΛΟΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ OIKONOMIKOY ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ